σιαλίζω

και σιελίζω ΝΑ [σίαλον / σίελον]
εκκρίνω σάλιο
νεοελλ.
1. (μτβ.) επαλείφω ή βρέχω κάτι με σάλιο, σαλιώνω
2. μτφ. σαλιαρίζω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιαλίζει — σιαλίζω slaver pres ind mp 2nd sg σιαλίζω slaver pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαλίζειν — σιαλίζω slaver pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαλίζοντας — σιαλίζω slaver pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσιαλίσῃ — πρό σιαλίζω slaver aor subj mid 2nd sg πρό σιαλίζω slaver aor subj act 3rd sg πρό σιαλίζω slaver fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσσιελίζω — και προσσιαλίζω Α φτύνω κάποιον, προσπτύω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + σιελίζω / σιαλίζω «βγάζω σάλιο»] …   Dictionary of Greek

  • σιαλισμός — και σιελισμός, ο, ΝΑ [σιαλίζω / σιελίζω] η έκκριση σάλιου νεοελλ. ιατρ. η σιαλόρροια …   Dictionary of Greek

  • σιαλιστήριον — ή σιελιστήριον, τὸ, Μ το τμήμα τού χαλινού από όπου πέφτει το σάλιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιαλίζω / σιελίζω «εκκρίνω σάλιο» + επίθημα τήριον (πρβλ. δικασ τήριον)] …   Dictionary of Greek

  • σιελίζω — ΝΑ βλ. σιαλίζω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.